Τη χαρακτήρισε «ημέρα απελευθέρωσης», αλλά η χθεσινή ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή δασμών στα εισαγόμενα στις ΗΠΑ προϊόντα ενδέχεται να έχει αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις για τους Ρεπουμπλικάνους και να προκαλέσει οικονομικά δεινά στους ψηφοφόρους τους.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψει ο μεταποιητικός τομέας των ΗΠΑ, να αλλάξουν οι αλυσίδες ανεφοδιασμού και να επιστρέψει στη χώρα η παραγωγή: στόχοι που εκτιμά ότι θα πετύχει με τους δασμούς ο Τραμπ.

Στο μεταξύ το πιθανότερο είναι οι Αμερικανοί καταναλωτές να δουν τις τιμές των προϊόντων να αυξάνονται, ενώ η οικονομία της χώρας ενδέχεται να επιβραδυνθεί και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ να επιβάλουν με τη σειρά τους δασμούς στα εξαγόμενα αμερικανικά προϊόντα: επιπτώσεις τις οποίες ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει «ενόχληση».

Ωστόσο, οι ψηφοφόροι ενδέχεται να αντιδράσουν σε αυτή την «ενόχληση» στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026.

Οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, αλλά με μικρή πλειοψηφία. Αν το κόμμα καταγράψει απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές, ενδέχεται να χάσει τον έλεγχο του ενός ή και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς.

Ο Τραμπ «μοιάζει να είναι ανθεκτικός στον πόνο, αλλά μπορεί να νιώσει πραγματικό πόνο στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2026», σχολίασε ο Μάικ Ντάμπκι πρώην διευθυντής επικοινωνίας του Ρεπουμπλικάνου κατά την πρώτη του θητεία στην προεδρία.

«Σε ποιο βαθμό θα δούμε τα οφέλη που εκείνος και οι σύμβουλοί του πιστεύουν ότι θα αποκομίσουν (οι ΗΠΑ); Διότι έχει μόνο 18 μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές», πρόσθεσε.

Οι οικονομολόγοι λένε ότι οι δασμοί στα εισαγόμενα προϊόντα μεταφράζονται σε φόρους για τους καταναλωτές και μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών – το 70%, περιλαμβανομένου του 62% των Ρεπουμπλικάνων – πιστεύει ότι οι νέοι δασμοί θα αυξήσουν τις τιμές των τροφίμων και άλλων καταναλωτικών προϊόντων, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos.

Περίπου το 53% των ερωτηθέντων συμφώνησε με τη φράση ότι οι αυξημένοι δασμοί θα προκαλέσουν περισσότερο κακό παρά καλό, ενώ το 31% διαφώνησε.

Ο Λάνχι Τσεν, του Hoover Institution και πρώην σύμβουλος των Ρεπουμπλικάνων Μιτ Ρόμνεϊ και Μάρκο Ρούμπιο, εκτίμησε ότι «υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τις τιμές και για τι θα σημαίνει αυτό για έναν πρόεδρο που εξελέγη με την υπόσχεση να τις μειώσει».

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο άλλος κίνδυνος είναι το ενδεχόμενο η αμερικανική οικονομία να εισέλθει σε φάση ύφεσης.

Εκλογικός κίνδυνος

Εξάλλου έχουν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται ενδείξεις δυσαρέσκειας για τους δασμούς μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων.

Οι υποψήφιοι του κόμματος στις μερικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη στη Φλόριντα κέρδισαν μεν τους Δημοκρατικούς αντιπάλους τους, αλλά με μικρότερη διαφορά από την αναμενόμενη. Την ίδια ημέρα στο Ουισκόνσιν η φιλελεύθερη υποψήφια κέρδισε μία έδρα στο Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας, παρά τη στήριξη που είχε ο αντίπαλός της από τον Τραμπ και τον δισεκατομμυριούχο Ελον Μασκ.

Παράλληλα χθες η Γερουσία ενέκρινε με 51 ψήφους υπέρ και 48 κατά νομοθεσία που ακυρώνει την επιβολή νέων δασμών στον Καναδά, ένα μέτρο που πέρασε με την υποστήριξη τεσσάρων Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών. Η κίνηση είναι μάλλον συμβολική, καθώς δεν αναμένεται να υιοθετηθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

«Η ημέρα απελευθέρωσης μοιάζει να είναι η ημέρα που οι αμερικανικές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές θα απελευθερωθούν από τα χρήματά τους», σχολίασε πρώην βοηθός Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή.

Από την πλευρά του ο Λευκός Οίκος, που κατηγορεί την πρώην κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν για τον πληθωρισμό, δηλώνει πως κάνει ό,τι μπορεί για να μειώσει το κόστος διαβίωσης και απορρίπτει τις ανησυχίες για τις πολιτικές επιπτώσεις της οικονομικής του ατζέντας.

«Η πρώτη και μοναδική ανησυχία του προέδρου Τραμπ είναι η ευημερία του αμερικανικού λαού. Η ιστορική του ενέργεια (…) αντικατοπτρίζει τη δέσμευσή του να αποκαταστήσει το αμερικανικό μεγαλείο για τις βιομηχανίες και τους εργαζόμενούς μας – δεν έχει στόχο να επιδοθεί σε ανούσιες πολιτικές εικασίες», σχολίασε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κους Ντεσάι.

Ωστόσο, η υγιής οικονομία που κληρονόμησε ο Τραμπ από τον Μπάιντεν –με την ανάπτυξη στις ΗΠΑ το 2024 να πλησιάζει το 3%, την ανεργία γύρω στο 4% και τον πληθωρισμό κάτω από το 3%- δείχνει σημάδια κόπωσης, αν και τα σκληρά στοιχεία που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι για να εκτιμούν την οικονομική κατάσταση, όπως το εγχώριο ακαθάριστο προϊόν και το ποσοστό απασχόλησης, δεν μοιάζει να επιβραδύνονται.

Παρά ταύτα, η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επιχειρήσεων στις οικονομικές προοπτικές των ΗΠΑ μειώνεται σταθερά τους δύο τελευταίους μήνες, σύμφωνα με τις έρευνες.

«Από άποψη πολιτικού ρίσκου είναι μια πραγματικά κακή ιδέα», σχολίασε ο Φίλιπ Λακ διευθυντής του προγράμματος για την οικονομία στο Center for Strategic and International Studies, επισημαίνοντας το ενδεχόμενο αντιποίνων από τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Η Μπάρμπαρα Τις, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο Grinnel College της Άιοβα, δήλωσε ότι οι ψηφοφόροι ανησυχούν έντονα με τις κινήσεις Τραμπ, όμως πρόσθεσε ότι μέχρι στιγμής ο Ρεπουμπλικάνος έχει καταφέρει να βγει αλώβητος από όλες τις δοκιμασίες.

«Πόσες φορές οι παρατηρητές πίστεψαν πραγματικά ότι αυτή είναι η τελευταία φορά, ότι (ο Τραμπ) θα πληγεί και αυτό δεν έχει συμβεί;», αναρωτήθηκε.