Ο εμπορικός πόλεμος στον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ βυθίζει τον κόσμο υπονομεύει την παγκοσμιοποίηση όπως τη γνωρίζουμε από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Κατά την πρώτη του θητεία, ο Ντόναλντ Τράμπ πράγματι αύξησε τους τελωνειακούς δασμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Κίνα, αλλά αυτές οι αυξήσεις ήταν λιγότερο συστηματικές από τις σημερινές.
Του Aθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου
Όπως προκύπτει από την τελευταία πενηντάλεπτη ομιλία του «περί απελευθέρωσης» της Αμερικής, ο Ντόναλντ Τράμπ στηρίζεται στη θεωρία του Στήβεν Μιράν, που από τον περασμένο Ιανουάριο ανέλαβε πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικής Ανάλυσης του προέδρου.
Ο Μιράν, σε μια μελέτη του σαράντα σελίδων που φέρει τον τίτλο «Χρηστικός Οδηγός Αναδιαρθρώσεως του Παγκόσμιου Εμπορικού Συστήματος» (Εκδόσεις Hudsonn and Bay Capital), εν μέσω προσεγγίσεων και αντιφάσεων κατά την εκτίμησή μας, αναπτύσσει τη θεωρία της «λεηλασίας» της αμερικανικής οικονομίας από χώρες που αξιοποιούν την αγορά της, αλλά τιμωρούν το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας με τεράστια εμπορικά ελλείμματα. Τα τελευταία, αντιπροσωπεύουν για παράδειγμα 300 δισ. δολλάρια με την Κίνα και 265 δισ. δολ. με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Μιράν και Τράμπ πιστεύουν ακραδάντως ότι αυτά τα ελλείμματα συνδέονται με την επίμονη υπερτίμηση του δολαρίου, η οποία επηρεάζει αρνητικά την αμερικανική ανταγωνιστικότητα.
Για να διορθωθεί αυτό το χάσμα ανταγωνιστικότητας, ο πρόεδρος και ο σύμβουλός του, προκρίνουν ως όπλο την εφαρμογή «αμοιβαίων ανταγωνιστικών δασμών».
Το πρόβλημα είναι ότι αν λειτουργήσει αυτή η πολιτική, θα κάνει το δολάριο να ανέβει, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να πέσει. Τότε θα χρειαστεί να οργανωθεί μια μεγάλη διεθνής διάσκεψη για να πειστούν με απειλές και εκβιασμούς τρίτες χώρες να αφήσουν το δολάριο να υποτιμηθεί, αλλά δεν ξέρουμε πραγματικά πώς.
Πιθανότατα όμως αυτός να είναι και ο απώτερος στόχος του Τράμπ, ο οποίος ενόψει ενός νέου διεθνούς νομίσματος που θα εκδίδεται από τις χώρες -μέλη των BRIC’S, θέλει από τώρα να τους κόψει το βήχα, βάζοντας σε περιπέτειες το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Η λύση που προτείνει ο Στήβεν Μιράν, είναι αυτή της καλύτερης διαχείρισης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, και τον έλεγχο των ροών κεφαλαίων που προκαλούν μετατόπιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Με απλή γλώσσα - όσο ξεκάθαρη μπορεί να είναι - η κυβέρνηση Τραμπ θέλει να δημιουργήσει ένα εμπορικό, νομισματικό και χρηματοοικονομικό παρεμβατικό τέρας, βασισμένο σε ψευδείς ιδέες όπως ο προστατευτισμός, και το οποίο θα λειτουργεί μέσω απειλών και εκφοβισμού. Αυτή η ανάλυση είναι λανθασμένη σε πολλά σημεία.
«...Το πιο προφανές λάθος αφορά τα αίτια των αμερικανικών εμπορικών ελλειμμάτων, τα οποία δεν συνδέονται με τις διαφορές κόστους αλλά με το γεγονός ότι, από το τέλος των συμφωνιών του Brettοn Woods το 1971 και την αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό, το αμερικανικό νόμισμα καθιερώθηκε ως το διεθνές νόμισμα.
Τώρα, μια χώρα που εξάγει το νόμισμα της και πουλά τα ομόλογα και τις μετοχές της σε όλο τον κόσμο περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη - που είναι η περίπτωση της μεγαλύτερης νομισματικής και χρηματοπιστωτικής δύναμης στον κόσμο - εισάγει εκ των πραγμάτων πλεονάζοντα αγαθά και υπηρεσίες. Τα αμερικανικά εμπορικά ελλείμματα δεν είναι επομένως συνέπεια της αδυναμίας της χώρας αλλά της δύναμής της, η οποία της επιτρέπει να αγοράζει σχεδόν απεριόριστα.
Το άλλο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι οι δασμοί στις εισαγωγές των ΗΠΑ θα μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε θετική επίδραση στις Ηνωμένες Πολιτείες....», γράφει ο χρηματοοικονομικός αναλυτής Νικολά Μπούζου στο περιοδικό «Εξπρές» του Παρισιού.
O καθηγητής Richard Baldwin από την πλευρά του εξηγεί τέλεια τα πράγματα. Από τη δεκαετία του 2000, η παγκοσμιοποίηση δεν αφορά πλέον μόνο την ανταλλαγή προϊόντων αλλά και τις αλυσίδες αξίας των εταιρειών. Οι μεγάλες αμερικανικές ή ευρωπαϊκές εταιρείες είναι οργανωμένες σε μια αρκετά τυπική παγκόσμια γεωγραφική βάση: έρευνα και ανάπτυξη και τελική συναρμολόγηση σε πλούσιες χώρες, σχεδιασμός σε αναδυόμενες χώρες, διανομή σε χώρες υψηλής ανάπτυξης. Έτσι, το 40% των κινεζικών εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι βιομηχανικά ενδιάμεσα αγαθά που χρησιμοποιούνται στην τελική παραγωγική διαδικασία εταιρειών που βρίσκονται σε αμερικανικό έδαφος. Η αύξηση των αμερικανικών δασμών για τις κινέζικες εξαγωγές, και βαρύνει την ανταγωνιστικότητα αμερικανικών και επιχειρήσεων, χωρίς να πλήξει την αντίστοιχη των ευρωπαϊκών και καναδικών. Όταν ο Τραμπ φορολογεί ξένες εισαγωγές, ως εκ τούτου, υποβαθμίζει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών ομίλων. Όταν οι στοχευόμενες χώρες αντεπιτίθενται, όπως κάνουν, το κόστος της παγκόσμιας βιομηχανικής αλυσίδας αξίας αυξάνεται. Η διεθνής παραγωγική αλληλεξάρτηση είναι τέτοια που μόνον διανοητικοί ανάπηροι δεν την καταλαβαίνουν.
Οι λίγο πολύ καλά ελεγχόμενες νομισματικές και χρηματοοικονομικές διαταραχές που προετοιμάζει η κυβέρνηση Τραμπ θα αυξήσουν την αβεβαιότητα στις αγορές, γεγονός που αναμφίβολα θα ωθήσει τα επιτόκια υψηλότερα. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος παραγωγής, μεγαλύτερο οικονομικό κόστος και ένας πιθανότατα προβληματικός Αμερικανός ή μη καταναλωτής, παρά τις φοροαπαλλαγές που υπόσχεται ο Σκοτ Μπεσέντ, υπουργός Οικονομικών.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι πιο μέλλον έχει το δολάριό μέσα σε αυτό το κλίμα πολεμικού εμπορικού ανταγωνισμού. Οι δασμοί που θα περιορίσουν τελικά τη χρήση του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές και όχι μόνον στο εμπόριο, δεν θα έχουν και άλλες παράπλευρες επιπτώσεις ιδιαίτερα δε κοινωνικές; Να μια καλή ερώτηση ως τροφή για σκέψη, για όσους έχουν ακόμα αυτή τη δυνατότητα.
Το στρατηγικό βάθος του τουρκόφωνου κόσμου
ΝΑΤΟ: Γιατί είναι χρήσιμες οι προκλήσεις Τραμπ;
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις